Πληροφοριακη ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης


Γράφει ο Χρήστος Δημητρακόπουλος.


Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στις διεθνείς εξελίξεις, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη εποχή που χαρακτηρίζεται από σημαντικές γεωπολιτικές αλλαγές και την εμφάνιση νέων απειλών ασφάλειας στο περιφερειακό υποσύστημα της Ευρασίας, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ανεξάρτητα από την ιδεολογία και τις απόψεις αυτών που πιστεύουν ή όχι στους θεσμούς της ΕΕ και τη χρησιμότητα των υπηρεσιών πληροφοριών, η κοινή ανάγκη για ασφάλεια, επιβάλλει την ανάλυση των σύγχρονων απειλών, με σκοπό τη χάραξη ανάλογης μέσο - μακροπρόθεσμης πολιτικής για την αντιμετώπισή τους. Αυτό δε θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την πολύτιμη συμβολή της Πληροφόρησης, ως μέρος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις σε ευρωπαϊκές πόλεις και κυρίως η απόφαση της Μεγάλης Βρετανίας να αποχωρήσει από την οικογένεια της ΕΕ, έχουν επιταχύνει την ανάγκη για την αναδιαμόρφωση και αναβάθμιση των ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών και ασφάλειας. Αναπόφευκτα προκύπτουν κάποια βασικά ερωτήματα.

  • Αρκούν τα υφιστάμενα όργανα και το σημερινό θεσμικό πλαίσιο πληροφοριών της ΕΕ;
  • Είναι έτοιμα τα κράτη - μέλη της ΕΕ να αποκτήσουν μια ενιαία υπηρεσία πληροφοριών;

Το παρόν άρθρο θα προσπαθήσει να απαντήσει αυτά τα ερωτήματα και να αναδείξει τη σημασία της πληροφόρησης ως αντίβαρο στις απειλές και προκλήσεις ασφάλειας της ΕΕ.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από τη δημιουργία της έως σήμερα, αποτελεί έναν ιδιαίτερο υπερεθνικό οργανισμό, χτισμένο σε ιδεαλιστικά πρότυπα και στις δυτικές αξίες. Αφενός στερείται της παραδοσιακής μορφής του έθνους κράτους, αφετέρου η σημασία της Ένωσης και η προσφορά της σε θέματα πολιτισμού, πολιτικο - οικονομικής συνεργασίας, δημοκρατίας, ατομικών ελευθεριών και δικαιοσύνης, την ξεχωρίζουν από κάθε άλλο διεθνή οργανισμό.

Η μορφή της ΕΕ παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Αρχικά αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση περιφερειακής ολοκλήρωσης, εξαιτίας της μεταφοράς εξουσιών από τα κράτη - μέλη προς τα κεντρικά θεσμικά όργανα. Παράλληλα, οι δυνατότητές στους τομείς της οικονομίας, της τεχνολογίας και της παγκόσμιας πολιτικής είναι δυσανάλογες με τις μικρές δυνατότητες σκληρής ισχύος, όπως είναι οι ένοπλες δυνάμεις. Βέβαια, για πολλούς υποστηρικτές της ΕΕ, αυτό αποτελεί και ένα σημαντικό πλεονέκτημά της, καθώς οι σύγχρονες τάσεις προς την παγκοσμιοποίηση και τον φιλελευθερισμό, φαίνεται να μειώνουν όλο και περισσότερο την επιλογή για πόλεμο και σύγκρουση και να διευκολύνουν τη διεθνή συνεργασία και αλληλεγγύη.

Η σχετικά μικρή ιστορία της ΕΕ, έχει αποδείξει ότι ο οργανισμός μπορεί να προωθεί και να διατηρεί την ειρήνη, τη σταθερότητα και την ασφάλεια στο εσωτερικό και στο περιβάλλον της. Η πολιτική δράση της Ένωσης όμως, διεξάγεται σε ένα σχετικά ισορροπημένο υποσύστημα, στο οποίο το ΝΑΤΟ έχει κατά βάση το ρόλο της στρατιωτικής υποστήριξης της ΕΕ, κυρίως έναντι της ρωσικής επιρροής και επιθετικότητας. Ωστόσο, σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, το ΝΑΤΟ δείχνει να περνά μια παρατεταμένη κρίση ταυτότητας, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αλλαγή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής προς μια πρωτοφανή εσωστρέφεια και την ανάδειξή της μεταψυχροπολεμικά ως παγκόσμια υπερδύναμη. Δίνεται λοιπόν χώρος σε αναθεωρητικές χώρες, όπως είναι η Τουρκία και η Ρωσία, να καλύπτουν τα κενά ισχύος στα περιφερειακά υποσυστήματα. Στη σύγχρονη αυτή πραγματικότητα η ΕΕ καλείται να δείξει τις αντοχές της και να ξεπεράσει τις παθογένειες του παρελθόντος, ώστε να αναδειχθεί ως πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας στο σύμπλοκο της Ευρασίας, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Παράλληλα με τις γεωπολιτικές προκλήσεις, το περιβάλλον ασφάλειας από την αρχή του 21ου αιώνα έχει αλλάξει σημαντικά. Η διεθνής τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα, η αύξηση των ακραίων εξτρεμιστικών ιδεολογιών, η αντιμετώπιση και διαχείριση πανδημιών όπως ο covid-19, το κυβερνοέγκλημα, ο εκφυλισμός του φυσικού περιβάλλοντος και η ενεργειακή αβεβαιότητα, αποτελούν τις σημαντικότερες απειλές ασφάλειας που καλείται να διαχειριστεί η διεθνής κοινότητα. Ιδιαίτερα για την ΕΕ, η αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας, η οικονομική κρίση και η διαχείριση των μεταναστών και προσφύγων από τις χώρες ΜΕΝΑ, αποτελούν πρόσθετες απειλές.

Τον Δεκέμβριο του 2003, υπεγράφη η «Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας», η οποία αποτελεί το πρώτο κείμενο - πλαίσιο για την ανάπτυξη της πολιτικής αντιμετώπισης των απειλών της ΕΕ (European Council, 2003). Το πιο πρόσφατο κείμενο σχετικά με τη «Στρατηγική της ΕΕ για την Ένωση Ασφάλειας» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Ιούλιο του 2020, περιγράφει τις σύγχρονες προκλήσεις ασφάλειας και τονίζει ότι «η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών είναι τα ισχυρότερα εργαλεία για την καταπολέμηση του εγκλήματος και της τρομοκρατίας» (European Commission, 2020).Από την ανάλυση των κειμένων προκύπτει ότι, η αντιμετώπιση των ευρωπαϊκών προκλήσεων και απειλών δε μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά μόνο με έμφαση στην καταστολή και σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Απαιτείται η υιοθέτηση κατάλληλης και πολυεπίπεδης μακροπρόθεσμης ευρωπαϊκής πολιτικής. Προς την επίτευξη της ευρωπαϊκής ασφάλειας, η Πληροφόρηση αποκτά έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο.

· Πληροφόρηση και Ασφάλεια

Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, η άσκηση πολιτικής και η ακαδημαϊκή συζήτηση αναφέρονταν σχεδόν αποκλειστικά στην εθνική ασφάλεια. Μεταψυχροπολεμικά, στο νέο πολύπλοκο διεθνές περιβάλλον, ο όρος «ασφάλεια» απέκτησε μια πολύπλοκη διάσταση. Επιπρόσθετα, η έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες σε όλες τις πολιτικοκοινωνικές δραστηριότητες, διεύρυνε τη συζήτηση. Πλέον οι σπουδές ασφάλειας αναφέρονται σε πολλές διαστάσεις, μεταξύ των οποίων η στρατιωτική, η κοινωνική, η πολιτική, η οικονομική και η περιβαλλοντολογική, με την πρώτη να υποβαθμίζεται όλο και περισσότερο σε σχέση με τις υπόλοιπες.

Εξαιτίας της άναρχης μορφής του διεθνούς συστήματος, του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών και της έλλειψης εμπιστοσύνης μεταξύ τους, η σωστή πληροφόρηση προσφέρει πολλαπλά πλεονεκτήματα και αυξημένες δυνατότητες στις λήψεις αποφάσεων. Στη στρατιωτική διάσταση της ασφάλειας, η σωστή πληροφόρηση βοηθά στην αποφυγή στρατηγικού αιφνιδιασμού μιας χώρας, μέσω της εφαρμογής ενδεικτών προειδοποίησης και της κατάλληλης προετοιμασίας. Η συνεισφορά στην πολιτική διάσταση, έγκειται στην επιδίωξη της εσωτερικής ασφάλειας του κράτους, αλλά και την επιβίωση του πολιτικού καθεστώτος. Επιπρόσθετα, στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο διεθνές περιβάλλον, η οικονομική ασφάλεια απαιτεί προϋπόθεση για την εφαρμογή φιλόδοξης γεωοικονομικής πολιτικής. Η κοινωνική (ατομική και συλλογική) ασφάλεια, βασίζεται στην αντιμετώπιση κινδύνων όπως για παράδειγμα το οργανωμένο έγκλημα και η τρομοκρατία. Τέλος, η περιβαλλοντολογική ασφάλεια, εξαιτίας του πολυετούς εκφυλισμού του οικοσυστήματος από τον άνθρωπο, απαιτεί μεγαλύτερη ανησυχία, συνεργασία και ανάπτυξη κοινής κουλτούρας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αν και ο κόσμος των υπηρεσιών πληροφοριών υπήρξε κατά βάση βίαιος, κυρίως μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, στο σημερινό πολυπολικό διεθνές σύστημα η πληροφόρηση αποκτά διαφορετικό χαρακτήρα. Οι στόχοι των υπηρεσιών δεν είναι πλέον μόνο οι αντίπαλες χώρες, αλλά και οργανισμοί, τρομοκρατικές οργανώσεις, εγκληματικές ομάδες και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών μπορεί να είναι εξίσου σημαντικές με την οικονομική ισχύ ή τις ένοπλες δυνάμεις ενός κράτους, παρά το γεγονός ότι η προσφορά τους σε θέματα ασφάλειας δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί. Ενώ οι επιτυχίες δε φαίνονται εξαιτίας της κρυφής δράσης και μυστικότητας, σε περίπτωση αποτυχίας (απώλειες από τρομοκρατικές επιθέσεις - 09/11, οικονομική κατασκοπεία- echelon), οι υπηρεσίες πληροφοριών δέχονται έντονη κριτική από την κοινωνία.

· Προκλήσεις και Απειλές της ΕΕ στον 21ο Αιώνα

H πορεία της EE στο διεθνές στερέωμα έχει δείξει ότι αντιμετωπίζει σοβαρά θεσμικά και οργανωτικά προβλήματα. Συχνά, ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής δε δύναται να αντιμετωπισθούν με αποφασιστικότητα, εξαιτίας της επίπονης διαδικασίας λήψης των αποφάσεων. Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι, η ΕΕ αποτελεί ένωση κρατών με διαφορετικά συμφέροντα και είναι εξαιρετικά δύσκολη η πλήρης σύμπλευση των χωρών - μελών σε θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Παρά τις δομικές δυσκολίες, ως αποτέλεσμα του τρόπου λειτουργίας της, οι αποφάσεις που λαμβάνονται διαθέτουν ένα κύρος αδιαμφισβήτητο που έχει τη νομιμότητα και την έγκριση των 27 χωρών - μελών της. Ωστόσο, οι απειλές και οι προκλήσεις σε θέματα ασφάλειας συναντούν κοινά ερείσματα σε όλες τις χώρες - μέλη.

Η διεθνής τρομοκρατία, κυρίως η ισλαμιστική, κατάφερε να αλλάξει τη μεταψυχροπολεμική ηρεμία και να διαταράξει το «Τέλος της Ιστορίας» όπως το οραματίστηκε ο Fukuyama. Η απόπειρα εκδημοκρατισμού και επιβολής των «δυτικών αξιών» σε χώρες της ανατολής όπως το Ιρακ, κυρίως από τις ΗΠΑ, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις και μίσος για τον δυτικό κόσμο και ανάληψη βίαιας δράσης από οργανώσεις όπως η Al Qaeda και το ISIS (Daesh). Μετά την 11/9 που αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στρατηγικού αιφνιδιασμού, οι επιθέσεις σε ευρωπαϊκές πόλεις έδειξαν ότι ακόμα και ένα μεμονωμένο άτομο κρατώντας ένα μαχαίρι ή με το αμάξι του, μπορούσε να βλάψει αθώους πολίτες στο όνομα του «ιερού πολέμου - Jihad». Οι δυνατότητες εύκολης μετακίνησης, διακίνησης κεφαλαίων για χρηματοδότηση οργανώσεων και η ριζοσπαστικοποίηση στη βία μέσω διαδικτύου, διευκολύνουν τη δράση. επί ευρωπαϊκού εδάφους. των τρομοκρατικών οργανώσεων, αλλά και του οργανωμένου εγκλήματος, με το οποίο συχνά υπάρχουν ισχυροί δεσμοί (Europarliament, 2012).

Μια άλλη σύγχρονη απειλή για τη συλλογική, αλλά και την ατομική ασφάλεια των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι οι πανδημίες, όπως ο επίκαιρος covid-19. Εκτός από τις απώλειες υγείας (safety), ο ιός αποτελεί απειλή για την εσωτερική και συλλογική ασφάλεια (security), για διάφορους λόγους. Τα σημαντικότερα προβλήματα εσωτερικής ασφάλειας προκύπτουν από τις άμεσες οικονομικές επιπτώσεις, την αύξηση της ακραίας - εξτρεμιστικής ρητορικής και τον κοινωνικό διχασμό. Ωστόσο, η σημαντικότερη απειλή πιθανότατα είναι η πληγή της δημοκρατίας και των ατομικών ελευθεριών, εξαιτίας των αυστηρών κρατικών μέτρων και του τρόμου που έχει καταβάλλει την κοινωνία από τον τρόπο της πολιτικής διαχείρισης της κρίσης. Η πανδημία του covid-19 απέδειξε ότι καμία χώρα, ακόμα και οι πιο ισχυρές, δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει μια παρόμοια απειλή.

Η επιδίωξη της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας της ΕΕ, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διαμόρφωση της εξωτερικής της πολιτικής. Οι συνεχώς αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες των ευρωπαϊκών χωρών, απαιτούν την υιοθέτηση μιας πολυεπίπεδης και μακρόπνοης ενεργειακής πολιτικής από την ΕΕ, η οποία στην παρούσα φάση εξαρτάται ενεργειακά σε μεγάλο βαθμό από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Η ανακάλυψη νέων πόρων υδρογονανθράκων και οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδιαίτερα μετά την «Αραβική Άνοιξη» και τις συγκρούσεις σε Συρία και Λιβύη, έχουν αυξήσει το ενδιαφέρον στην Ευρώπη, στην επιδίωξη της ενεργειακής ασφάλειας. Επιπρόσθετα, η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας δοκίμασε τις αντοχές της Ένωσης. Άλλωστε, με μεγάλη βεβαιότητα, φαίνεται ότι θα ακολουθήσει μια νέα, ίσως και μεγαλύτερη, εξαιτίας της διακοπής σε μεγάλο βαθμό της οικονομικής, εμπορικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας, λόγω των μέτρων κατά του covid-19.

Η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, κυρίως από τις χώρες ΜΕΝΑ, αποτελεί τα τελευταία 10 χρόνια, μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις ασφάλειας της ΕΕ. Οι συνέπειες της αραβικής άνοιξης και ο πόλεμος στη Συρία, ενέτειναν τις ροές των προσφύγων και μεταναστών προς τη δύση. Ακόμα και σήμερα, οι χώρες - μέλη είναι διχασμένες σχετικά με τον τρόπο αντίδρασης. Παράλληλα, παραμένει και ο φόβος για την εισβολή ισλαμιστών εξτρεμιστών - τρομοκρατών στις δυτικές χώρες, οι οποίοι προσηλυτίζουν και φανατίζουν ευρωπαίους πολίτες και οργανώνουν την παράνομη δράση τους. Ο περιορισμός των προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών, μέσω της χρηματοδότησης της Τουρκίας, έδειχνε αρχικά σαν μια πρόχειρη αντίδραση για κέρδος χρόνου για την κατάλληλη αντιμετώπιση του προβλήματος. Ωστόσο, η γειτονική χώρα εκμεταλλεύεται διαχρονικά το μεταναστευτικό για να αποκομίσει εκτός από τα οικονομικά και πολιτικά οφέλη από την ΕE.

Το ζήτημα της περιβαλλοντολογικής ασφάλειας, ενδεχομένως να φαίνεται ως μακρινό ή μη εφικτό εξαιτίας της σύγκρουσης με τα διεθνή οικονομικά συμφέροντα. Ωστόσο οι ενδείκτες για την κλιματική αλλαγή και τη ραγδαία καταστροφή του οικοσυστήματος, απαιτούν άμεση αντίδραση σε διεθνές και παγκόσμιο επίπεδο. Η επι δεκαετίες ανικανότητα να αντιμετωπισθεί η σοβαρή αυτή απειλή σε εθνικό επίπεδο, καθιστά τη διεθνή συνεργασία και τη συμμόρφωση των χωρών απολύτως απαραίτητη. Η ΕΕ έχει αναλάβει σημαντικές πρωτοβουλίες (όπως στο Πρωτόκολλο του Κιότο) σε ζητήματα περιβαλλοντολογικής ασφάλειας στο παρελθόν. Αν και θεωρείται μικρό το πεδίο εφαρμογής στα περιβαλλοντολογικά ζητήματα που προσφέρεται μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών στα πλαίσια της ΕΕ, ενδεχομένως θα μπορούσε ο συνδυασμός με άλλους τομείς υψηλής στρατηγικής, να προτείνει τρόπους αντιμετώπισης στο σοβαρό αυτό ζήτημα, που θα κληθεί η ανθρωπότητα να αντιμετωπίσει μελλοντικά.

Όλες οι προαναφερθείσες προκλήσεις και απειλές είναι κοινές για τις χώρες - μέλη και αναδεικνύουν την ανάγκη για συνεργασία μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ τους, προς την επίτευξη της συλλογικής ασφάλειας. Η συζήτηση για την πληροφοριακή ένωση της Ευρώπης είναι πιο επίκαιρη από ποτέ και προς την κατεύθυνση αυτή υπάρχουν κίνητρα αλλά και σημαντικά εμπόδια. Στη συνέχεια θα αναφερθούν οι υφιστάμενες ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών και θα παρουσιαστεί συνοπτικά η προοπτική της δημιουργίας μιας κεντρικής ευρωπαϊκής υπηρεσίας.

· Υφιστάμενες Υπηρεσίες και Προοπτική μιας Κεντρικής Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Πληροφοριών

Το ζήτημα της δημιουργίας μιας «Κεντρικής Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Πληροφοριών», συζητείται από τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να έχει έως σήμερα υλοποιηθεί. Η συνθήκη της Λισαβώνας που υπεγράφη το 2007, αναφέρεται σε συνεργασία μεταξύ των κρατών - μελών σε θέματα πληροφοριών, χωρίς να προβλέπει κάποια βάση για μελλοντική ενοποίηση. Ωστόσο, ιδιαίτερα μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις σε ευρωπαϊκές πόλεις και την αποκάλυψη των υποθέσεων οικονομικής κατασκοπείας από τις ΗΠΑ εναντίον της Ένωσης, επανήλθε πιο έντονα η συζήτηση στο προσκήνιο. Πλέον, μετά και το BREXIT, πολλοί θεωρούν απαραίτητη όσο ποτέ τη δημιουργία μιας υπηρεσίας στα πρότυπα της CIA, η οποία θα είναι χρήσιμο εργαλείο για τους ευρωπαίους ηγέτες και λήπτες αποφάσεων σε ζητήματα πολιτικής, ασφάλειας, οικονομίας και διαπραγμάτευσης. Στη συνέχεια θα αναφερθούν τα υφιστάμενα όργανα πληροφοριών και θα αναλυθούν συνοπτικά τα κίνητρα και οι παράγοντες που διευκολύνουν το εγχείρημα.

Τα επίσημα όργανα πληροφοριών που διαθέτει η ΕΕ είναι το IntCen (Intelligence Analysis Center), το EUΜS (EU Military Staff), το SatCen (European Satellite Centre) και η Europol. Η Europol αποτελεί το πιο διακριτό και αποτελεσματικό όργανο, το οποίο ενώνει τις ευρωπαϊκές δυνάμεις αστυνόμευσης και καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Τα IntCen, EUΜS και SatCen συνεργάζονται μεταξύ τους και αποτελούν σημαντικό εργαλείο στα χέρια των ευρωπαίων αξιωματούχων και κυρίως του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας. Ωστόσο, η εμπειρία έχει δείξει ότι αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσλειτουργίες. Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί η απουσία προσωπικού (πρακτόρων) για τη συλλογή πληροφοριών από ανθρώπινες πηγές (Human Intelligence), οι οποίες προσφέρουν ποιοτικά δεδομένα που δεν είναι διαθέσιμα με άλλους τρόπους συλλογής. Επιπρόσθετα, η άμεση εξάρτηση από το ΝΑΤΟ και τις εθνικές υπηρεσίες (σε εθελοντική βάση), σχετικά με τη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών, υποβαθμίζουν σε μεγάλο βαθμό το επίπεδο λειτουργίας τους.

Ακόμα και αν δεν επιτευχθεί πολιτική ένωση των χωρών - μελών της ΕΕ (το οποίο σήμερα φαντάζει αδύνατο) για τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας όπως οι ΗΠΑ, τα κοινά εθνικά συμφέροντα (οικονομικές και εμπορικές συνεργασίες, ευρωπαϊκή ασφάλεια) και αξίες (δημοκρατία, ατομικές ελευθερίες, φιλελευθερισμός), θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής υπηρεσίας πληροφοριών. Η αυτονομία σε δυνατότητες συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών, σε συνδυασμό με τη σχέση εμπιστοσύνης που θα οικοδομηθεί μεταξύ των χωρών και το κύρος που θα προσέδιδε ο δημοκρατικός μανδύας της ΕΕ σε μια δικιά της υπηρεσία, θα μπορούσαν να ενθαρρύνουν την υλοποίηση του εγχειρήματος.

Στον αντίποδα, υφίστανται σημαντικά εμπόδια για την πληροφοριακή ένωση. Στα ευρωπαϊκά κράτη, οι υπηρεσίες πληροφοριών συχνά αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, εξαιτίας της αδιαφάνειας της δράσης τους και της εμπλοκής στην εσωτερική ασφάλεια και την παρακολούθηση πολιτών (εξτρεμιστών, εγκληματιών κα). Επιπρόσθετα, η έλλειψη εμπιστοσύνης σχετικά με τη διαχείριση ευαίσθητων πληροφοριών, οι ανταγωνιστικές σχέσεις των κρατών, οι περιορισμένες δυνατότητες μυστικής δράσης και προστασίας των πηγών, καθώς και η απροθυμία παραχώρησης μέρους της εθνικής ισχύος (με τη μορφή διαβαθμισμένων πληροφοριών), αποτελούν εμπόδια για την «πληροφοριακή ενοποίηση». Στην υπόθεση της Αγγλίας, η διαρκής άρνησή της για ανταλλαγή πληροφοριών εντός της ΕΕ, συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις προνομιακές σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την προτίμηση σε διμερή και πολυμερή πληροφοριακά δίκτυα, τα οποία θεωρούνται περισσότερο ευέλικτα και ελκυστικά για πολλές από τις χώρες - μέλη.

· Συμπεράσματα - Προτάσεις

Η ΕΕ ως διεθνής δρών, πρέπει να αφουγκραστεί τη μεγάλη εικόνα στη διεθνή σκακιέρα και να οραματιστεί το ρόλο της σε αυτή, στο μέλλον. Οι στόχοι και οι επιμέρους στρατηγικές πρέπει να είναι ξεκάθαροι. Η ασφάλεια (συλλογική - ευρωπαϊκή), η οποία βρίσκεται στις πρώτες προτεραιότητες, χρήζει κατάλληλης πολύπλευρης και πολυδιάστατης πολιτικής, η οποία πρέπει να ξεκινά εκτός των συνόρων της Ευρώπης και να καταλήγει στην αντίδραση και καταστολή εντός, ως μια δυναμική διαδικασία, στοχεύοντας κυρίως στα γενεσιουργά αίτια.

Πως θα αναλαμβάνονται όμως κατάλληλες αποφάσεις όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη η πλήρης εικόνα της εσωτερικής κατάστασης και του διεθνούς περιβάλλοντος; Η Πληροφόρηση ξεκαθαρίζει το τοπίο και επιτρέπει μέσω της διαδικασίας της ανάλυσης, την εξαγωγή συμπερασμάτων και εκτιμήσεων σχετικά με τις απειλές ασφάλειας και την υιοθέτηση κατάλληλης πολιτικής. Ωστόσο, η υφιστάμενη κατάσταση σχετικά με τις υπηρεσίες πληροφοριών δεν καλύπτει τις ανάγκες και απαιτήσεις. Την παρούσα περίοδο, η ΕΕ πρέπει υπό όρους και προϋποθέσεις να ενώσει τις δυνάμεις της για τη δημιουργία μιας κοινής ανεξάρτητης υπηρεσίας.

Το όραμα αυτό δύναται να υποστηριχτεί από τις θεωρήσεις των διεθνών σχέσεων, είτε πρόκειται για τον ρεαλισμό, είτε τον φιλελευθερισμό, αρκεί να γίνει αντιληπτή η κοινή ανάγκη για συλλογική ασφάλεια, η επίτευξη της οποίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Πληροφόρηση. Υπάρχουν πολλά δύσκολα ερωτήματα προς απάντηση. Ίσως το δυσκολότερο είναι: πόσο πρόθυμα είναι τα κράτη να «υποταχθούν» και να εξαρτώνται από οργανισμούς συλλογικής εξουσίας, όπως η ΕΕ; Η απάντηση, ακόμα και με βάση την κλασική ρεαλιστική θεώρηση είναι δύσκολη. Και είναι δύσκολη γιατί πλέον δε διακρίνονται εύκολα οι κατάλληλες πρακτικές για τη διασφάλιση του εθνικού συμφέροντος. Ωστόσο η διαφορά φιλοσοφίας μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας (οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν κυρίως μεθόδους σκληρής ισχύος, ενώ η ΕΕ προτιμά την ήπια ισχύ), είναι ένας ακόμα λόγος για την ευρωπαϊκή αυτονομία. Ο κύριος στόχος θα πρέπει να είναι μια ενιαία υπηρεσία πληροφοριών, η οποία θα επιτρέπει την υιοθέτηση από την ΕΕ μεθόδων έξυπνης ισχύος (smart power), όσο το επιτρέπουν οι περιορισμοί που υφίστανται (δεν υπάρχει διακριτός ευρω-στρατός).

Η συζήτηση θα έπρεπε να επικεντρωθεί στον τρόπο λειτουργίας μιας τέτοιας υπηρεσίας. Το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο είναι αυτό που θα προστατέψει την εθνική κυριαρχία των χωρών - μελών και παράλληλα θα προσφέρει στο σύνολο. Από προσωπική εμπειρία σε θέση ευθύνης, οι πληροφορίες που αφορούν σε εξαιρετικά ευαίσθητα εθνικά δεδομένα είναι ελάχιστες σε σχέση με τον όγκο πληροφοριών που συλλέγονται, αναλύονται και διανέμονται ως πληροφοριακά προϊόντα. Τα προϊόντα αυτά, συνήθως παραμένουν στη διάθεση των χωρών, χωρίς να μοιράζονται στα υπόλοιπα κράτη - μέλη, καθιστώντας δύσκολο το έργο των κεντρικών υπηρεσιών και οργάνων.

Η πληροφοριακή ένωση θα εκτόξευε τις δυνατότητες της ΕΕ στην αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων ασφάλειας. Η συνεργασία με ξεχωριστή οπτική από τους ευρωπαίους αναλυτές, η δημιουργική ομαδοσκέψη (υπό προϋποθέσεις για να αποφεύγονται γραφειοκρατικές παθογένειες), η ανταλλαγή εμπειριών και τεχνογνωσίας, θα οδηγήσουν στην αύξηση της εμπιστοσύνης και στην κατασκευή κοινής ευρωπαϊκής κουλτούρας πληροφοριών. Αρχικά, θα μπορούσε ενδεχομένως να ενισχυθεί ο ρόλος του IntCen και να ξεκινήσει η συνεργασία με μια ομάδα ευρωπαίων ακαδημαϊκών, διπλωματών, νομικών και αξιωματικών των ένοπλων δυνάμεων και αστυνομίας, ειδικών σε θέματα πληροφοριών, ώστε να οργανωθεί και να αναπτυχθεί το θεσμικό, νομικό πλαίσιο και η ανάπτυξη μιας κοινής στρατηγικής κουλτούρας πληροφόρησης σε εύλογο χρόνο. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί σε θέματα αρμοδιοτήτων και συνεργασίας με τις εθνικές υπηρεσίες πληροφοριών, ώστε να είναι σαφές ότι αυτές πρέπει να συνεχίσουν την αποστολή τους και όχι να αντικατασταθούν από την ευρωπαϊκή, καθώς αυτή θα λειτουργεί συμπληρωματικά και σε υψηλότερο επίπεδο (διεθνές, παγκόσμιο). Έτσι θα δημιουργηθεί ένα πλέγμα ασφάλειας που θα ξεκινάει από το κέντρο (ΕΕ) και θα επεκτείνεται στις άκρες (κράτη - μέλη).

Η λειτουργία των σύγχρονων υπηρεσιών πληροφοριών απαιτεί την ανάλυση μεγάλου όγκου δεδομένων, την εμπλοκή ιδιωτικών επιχειρήσεων στη συλλογή, τη συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών ώστε να αποφεύγονται γραφειοκρατικές παθογένειες, με τη φιλοσοφία «need to know - need to share» και τη συνεκτίμηση όλων των ειδών πληροφοριών (πολιτικές, στρατιωτικές, οικονομικές κα). Στη σημερινή «εποχή της πληροφορίας», μεγάλο ποσοστό των αξιοποιήσιμων δεδομένων μπορούν να βρεθούν από ανοικτές πηγές (Open Sources Intelligence). Η συσχέτιση και η ανάλυση στο σωστό χρόνο, δίνουν τα απαραίτητα πληροφοριακά προϊόντα προς αξιοποίηση. Ωστόσο, απαραίτητη για την υλοποίηση, είναι η ύπαρξη ανάλογης νομοθεσίας που θα πλαισιώνει τη μυστική δράση και τη χρηματοδότηση της ενιαίας υπηρεσίας πληροφοριών.

· Επίλογος

Η ΕΕ και οι χώρες που την αποτελούν, διακρίνονται παγκοσμίως για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Εκτός από τις διαχρονικές απειλές στην ασφάλειά της, την παρούσα περίοδο αντιμετωπίζει μια κρίση ταυτότητας την οποία καλείται να ξεπεράσει ώστε να συνεχίσει και να αναβαθμίσει το ρόλο της στο διεθνές πεδίο. Στην κρίσιμη αυτή χρονική περίοδο, η πληροφοριακή ενοποίηση δείχνει πιο απαραίτητη από ποτέ για την ενίσχυση του ρόλου της και την επίτευξη ενός ασφαλούς ευρωπαϊκού περιβάλλοντος, καθώς οι υπάρχουσες υπηρεσίες υπόκεινται σε περιορισμούς και δε λειτουργούν αυτόνομα.

Το όραμα ασφάλειας της ΕΕ μπορεί να περιγραφεί ως ένας κύκλος με κέντρο την ατομική ασφάλεια και περίμετρο την παγκόσμια ασφάλεια, με ενδιάμεσα σημεία την εθνική και περιφερειακή ασφάλεια. Σε αυτό το εγχείρημα, η Ελλάδα ως μέλος της ΕΕ , έχει να διαδραματίσει ιδιαίτερο ρόλο. Η εμπειρία που διαθέτει, προκύπτει κυρίως από γεωγραφικούς παράγοντες (σημαντική γεωπολιτική της θέση - ανατολικό άκρο Ευρώπης, ταραχώδης περιοχή των Βαλκανίων) και την επιχειρησιακή γνώση από τη συμμετοχή σε εθνικές και νατοϊκές στρατιωτικές ασκήσεις, ειρηνευτικές αποστολές και τη διαρκή άμυνα έναντι ενός αναθεωρητικού και επιθετικού τουρκικού κράτους.


Λίγα λόγια για το Συντάκτη

Ο Χρήστος Δημητρακόπουλος είναι Ταγματάρχης του Ε.Σ με ειδίκευση στις Πληροφορίες

και μεταπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Διεθνών Σχέσεων, Στρατηγικής και Ασφάλειας του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου.