«Ο χρόνος είναι υπέρ μας» και ο Ερντογάν στο ακουστικό....

2021-03-16

Γράφει ο Γιάννης Μαραγκούλης.


Είναι πασιφανές ότι οι διπλωματικοί ελιγμοί του προέδρου Ερντογάν απορρέουν ένα έντονο εκνευρισμό και ένα πανικό βλέποντας ότι το σκηνικό το οποίο έστησε δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Και μπορεί οι διερευνητικές επαφές μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας να έχουν ως απώτερο στόχο την ανάγκη αποφυγής των ευρωπαικών κυρώσεων σε λίγες ημέρες, όμως ο τούρκος ηγέτης αρχίζει να πιέζεται λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων και την αλλαγή των συμμαχιών στην Ανατολική Μεσόγειο, χάνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πέρα από το υποκριτικό φιλειρηνικό προσωπείο με το οποίο παρουσιάζεται να κυκλοφορεί στις ευρωπαικές χώρες , το οποίο έχει κερδίσει πολλούς ευρωπαίους εταίρους προεξάρχοντος της Γερμανίας, η γείτονα χώρα εναγωνίως επιχειρεί να ξανακερδίσει έδαφος στην Λεκάνη της Μεσογείου και στο νέο συσχετισμό δυνάμεων που αποτελεί διπλωματική νίκη της χώρας μας. Οι τελευταίοι τουρκικοί διπλωματικοί ελιγμοί οδηγούν τα βήματά του παρακλητικά προς την Αίγυπτο, το Ισραήλ καθώς και τις Ηνωμένες Πολιτείες, στις οποίες προβάλλουν τους συμμαχικούς δεσμούς και τη στρατηγική ωφέλεια από τη βάση του Ινσιρλίκ.

Παράλληλα προσπαθούν να υποτιμήσουν το γεγονός ότι ακόμα δεν υπάρχει επικοινωνία με τον πρόεδρο Μπάιντεν ενώ από την πλευρά τους οι Αμερικάνοι τονίζουν ότι το τηλέφωνο θα γίνει όταν έρθει η σειρά του Τούρκου προέδρου αφού ακόμα ο πρόεδρος Μπάιντεν δεν έχει συνομιλήσει με αρκετούς ακόμα ηγέτες. Μία συμβολική κίνηση που υποδηλώνει αφενός την ενόχληση της Ουάσιγκτον για το γεγονός ότι η Τουρκία οφείλει να ξεκαθαρίσει συγκεκριμένα ζητήματα που μένουν ακόμα υπό συζήτηση με κύριο τους S-400 και την σύμπλευση με την Ρωσία και αφετέρου δεν έχει το πάνω χέρι να καθορίζει αυτή τις εξελίξεις όπως έκανε με τον προέδρο Τραμπ.

Ότι υπάρχουν φωνές στην Αμερική που δεν θέλουν να χαλάσουν τις παραδοσιακές συμμαχίες στην Μέση Ανατολή είναι αδιαμφισβήτητο, παρά την δράση του ισραηλιτικού λόμπυ ,της ελληνικής ομογένειας και μίας φανερής μετατόπισης του κέντρου βάρους του στρατηγικού ενδιαφέροντος των ΗΠΑ από την Τουρκία στην Ελλάδα. Έτσι ο Ερντογάν διαπιστώνοντας ότι η επιθετική πολιτική του θέτει σε κίνδυνο την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή σε συνδυασμό και με την σύσφιξη σχέσεων της χώρας μας με τον αραβικό κόσμο που αποτελούσε το διπλωματικό του γήπεδο αντικαθιστά προσωρινά τον πέλεκυ του πολέμου με ένα ειρηνικό προφίλ, περιμένοντας τις ευρωπαικές αντιδράσεις και τις πραγματικές προθέσεις της Ουάσιγκτον. Στην ουσία η Ευρωπαική Ένωση έχει καταστεί όμηρος της τουρκικής πολιτικής για το μεταναστευτικό, το οποίο έχει εργαλειοποιήσει εναντίον της Δύσης για οικονομικούς λόγους και εναντίον της Ελλάδος για επιθετικούς λόγους όπως έδειξε η περίπτωση του Έβρου.

Το μόνο που κερδίζει η Ελλάδα αυτή την χρονική στιγμή από τις διαπραγματεύσεις είναι χρόνος για να ενισχύσει αμεσότερα την αμυντική θωράκιση της χώρας, που εκ των πραγμάτων κατάλαβε ότι είναι η μόνη που μπορεί να αντιμετωπίσει και να αποκρούσει αποφασιστικά όπως το απέδειξε ,την τουρκική παραβατικότητα. Παράλληλα είναι η ευκαιρία να αναβαθμίσει τον ρόλο της στο περιφερειακό κενό που δημιούργησαν σταδιακά οι ΗΠΑ το οποίο έχουν εν μέρει γεμίσει αν και χαοτικά, η Τουρκία, η Ρωσία ,το Ιράν ,η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ. Είναι φανερό ότι από την τεράστια καταστροφή του πολέμου στο Ιράκ και την κατοχή υπό τον Τζορτζ Μπους, μέχρι την διστακτική ανάμειξη στη Συρία υπό τον Ομπάμα - όλα αυτά πριν από τις αλλοπρόσαλλες και ιδιοτελείς πολιτικές του Τραμπ - η αμερικανική επιρροή έχει υποχωρήσει πάνω στο οποίο πάτησε στην κυριολεξία ο τούρκος ηγέτης.

Μένει λοιπόν να δούμε υπό αυτό το πρίσμα και την πρώιμη ανταλλαγή σημάτων να δούμε κατά πόσο είναι εύκολο ή δύσκολο για τον πρόεδρο Μπάιντεν να βάλει λίγο φρένο στον απείθαρχο και αυταρχικό Ερντογάν και κυρίως να ξαναβάλει τις ΗΠΑ στο ενεργειακό- γεωπολιτικό παιχνίδι της Μέσης Ανατολής έχοντας πρωταγωνιστικό ρόλο.