Η πορεία επαναπροσδιορισμού της Τουρκίας (SWOT ανάλυση).

2021-02-19

Γράφει ο Χρήστος Δημητρακόπουλος.


Από τη δημιουργία του σύγχρονου κράτους της το 1923, έως την αυγή του 21ου αιώνα, η Τουρκία υπέστη διάφορες μεταβολές στο εσωτερικό της, χωρίς όμως να απαρνηθεί τα κοσμικά χαρακτηριστικά, όπως τα καθιέρωσε ο ιστορικός ηγέτης της, Μουσταφά Κεμάλ. Την τελευταία 20ετία, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του κόμματος ΑΚΡ και κυρίως του πολιτικού ηγέτη Ταγίπ Ερντογάν, παρατηρείται μια μεταμόρφωση από κοσμικό σε ισλαμικό κράτος και ένα πολιτικο - κοινωνικό πισωγύρισμα στα πρότυπα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Τουρκία τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να αναλάβει το σκήπτρο του πανισλαμισμού από τις παραδοσιακές αραβικές μουσουλμανικές χώρες (τα ΗΑΕ, τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο) και να αναδειχτεί ως παγκόσμια ηγέτιδα χώρα των πανταχού μουσουλμάνων.

Στη συνέχεια θα γίνει απόπειρα SWOT ανάλυσης της Τουρκίας, ώστε να εντοπισθεί το γεωπολιτικό πλαίσιο και οι παράγοντες που επηρεάζουν αυτή την προσπάθεια.

Δυνάμεις (Strengths)

Ο πληθυσμός της Τουρκίας έχει αυξηθεί σημαντικά, φτάνοντας το 2020 περίπου 84 εκατομμύρια. Έτσι η χώρα είναι πλέον από τις μεγαλύτερες σε πληθυσμό στην Ευρώπη, Ασία και Αφρική. Επιπλέον, επενδύοντας στην τεχνολογία και στη συμπαραγωγή σε εξοπλιστικά προγράμματα, έχει καταφέρει να ισχυροποιήσει σημαντικά τις ένοπλες δυνάμεις της. Άλλωστε η εμπλοκή της στον πόλεμο της Συρίας και στο Βόρειο Ιράκ έχει προσφέρει ευκαιρίες να δοκιμασθούν τα οπλικά συστήματα που διαθέτει και να αποκτήσει πολεμική εμπειρία.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ισχύος είναι η ανάπτυξη της οικονομίας, παρά τη συνεχή υποτίμηση της τουρκικής λίρας. Έχει συνάψει σημαντικές εμπορικές συμφωνίες με χώρες της ΕΕ και τη Ρωσία και εξαιτίας του φθηνού κόστους παραγωγής, πολλές επιχειρήσεις και πολυεθνικές εταιρίες έχουν μεταφερθεί στο έδαφός της. Η γεωγραφική θέση της Τουρκίας, επιτρέπει να περνούν και να σχεδιάζονται στο έδαφός της, αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου, προερχόμενοι από τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη. Αυτό της επιτρέπει να σχεδιάζει μια φιλόδοξη ενεργειακή πολιτική, η οποία φαίνεται και από τις διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο εις βάρος της Ελλάδας και Κύπρου.

Η Τουρκία εκτιμάται ότι φιλοξενεί περίπου 4 εκατομμύρια πρόσφυγες και μετανάστες από εμπόλεμες και μη περιοχές. Η διαχείριση του μεταναστευτικού και η συνεχής πίεση προς την ΕΕ, έχει αποδειχθεί ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό διαπραγματευτικό «ατού» στις κατά καιρούς οικονομικές απαιτήσεις της και στην ανοχή της προκλητικότητας και επιθετικότητας εναντίων τρίτων χωρών. Τέλος, η Τουρκία έχει καταφέρει να αποκτήσει σημαντική επιρροή σε χώρες των Βαλκανίων, με μεθόδους ήπιας ισχύος, κυρίως μέσω της θρησκείας, της εκπαίδευσης - μόρφωσης και της οικονομικής ενίσχυσης των μουσουλμανικών πληθυσμών.

Αδυναμίες (Weaknesses)

Η αναθεωρητική στάση της χώρας τα τελευταία χρόνια, έχει διχάσει την κοινωνία της. Προσπαθώντας να μετασχηματισθεί από ένα σύγχρονο κοσμικό (στο ελάχιστο σημείο που αυτό είχε επιτευχθεί) σε ένα θρησκευτικό - ισλαμικό κράτος, το αυταρχικό πολιτικό καθεστώς χρησιμοποιεί αμφιλεγόμενες και βίαιες μεθόδους (φυλακίσεις, καταπάτηση ανθρώπινων δικαιωμάτων, ανελευθερία έκφρασης) προκαλώντας αντιδράσεις στο εσωτερικό της. Εν τω μεταξύ η «παράλληλη δομή» του Γκιουλέν, αν και έχει περιορισθεί σε σημαντικό βαθμό, κυρίως μετά το πραξικόπημα του 2016, παραμένει μια ισχυρή πραγματικότητα στο εσωτερικό της χώρας.

Το γεγονός ότι στο έδαφός της υπάρχουν οι Κούρδοι που δε θα σταματήσουν να μάχονται για ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος, αποτελεί μια σοβαρή αδυναμία στο εσωτερικό της χώρας. Παρά τον περιορισμό του κουρδικού κόμματος και τον διαρκή πόλεμο εναντίον του ΡΚΚ, ο κουρδικός πληθυσμός (12-15 εκατομμύρια, περίπου το 20% του πληθυσμού) συνιστά μια σημαντική οντότητα που δε μπορεί να αγνοηθεί και ως ένα σημείο ήδη λειτουργεί ανεξάρτητα. Αν και η κυβέρνηση Τραμπ επέλεξε να ελαττώσει τη βοήθειά της στην κουρδική πλευρά, αυτό πιθανώς θα αλλάξει με τη νέα κυβέρνηση Μπάιντεν.

Τέλος, στον οικονομικό τομέα, η συνεχής υποβάθμιση της λίρας, οι προειδοποιήσεις από τους χρηματοπιστωτικούς οίκους για τους οικονομικούς δείκτες και ο κίνδυνος κατάρρευσης τουρκικών τραπεζών αποτελεί ίσως το σημαντικότερο πρόβλημα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει στο άμεσο μέλλον η κυβέρνηση της χώρας. Η υποβάθμιση των διμερών σχέσεων με παραδοσιακούς συμμάχους όπως οι ΗΠΑ, η ΕΕ και οι αραβικές χώρες και μια πιθανή διακοπή της χρηματοδότησης από το Κατάρ μελλοντικά θα επιταχύνει με βεβαιότητα τις εξελίξεις στην οικονομία.

Ευκαιρίες (Opportunities)

Η Τουρκία επιδίωξε να εκμεταλλευθεί κάθε ευκαιρία που της δόθηκε για την επίτευξη των στρατηγικών στόχων της, εξαιτίας του κενού ισχύος από το μειωμένο ενδιαφέρον των ΗΠΑ στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, κυρίως τα τελευταία έτη της διακυβέρνησης Τραμπ. Εξαιτίας του χαοτικού περιφερειακού περιβάλλοντος, ιδιαίτερα μετά τα αποτελέσματα της Αραβικής Άνοιξης του 2011, παρουσιάστηκαν ευκαιρίες για την επιρροή της Τουρκίας στις εξελίξεις σε Αίγυπτο, Συρία και Λιβύη.

Η ύπαρξη μεγάλων μουσουλμανικών πληθυσμών σε ΕΕ, Βαλκάνια και χώρες ΜΕΝΑ σε συνδυασμό με την επιρροή τους από την τουρκική εξωτερική πολιτική συνετέλεσε στη δημιουργία ενός μουσουλμανικού τόξου που περικυκλώνει και απειλεί παραδοσιακούς (Ελλάδα, Αρμενία) και μη (Ισραήλ, Αίγυπτος), αντιπάλους της Άγκυρας. Οι αρχές της δημοκρατίας, ελευθερίας έκφρασης, του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των πολιτισμών, που διέπουν τον σύγχρονο δυτικό κόσμο, αφήνουν χώρο στην εξάπλωση του πολιτικού ισλάμ στις ευρωπαϊκές χώρες, κάτι που μελλοντικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως «δούρειος ίππος» στις αναθεωρητικές τακτικές μεθόδους της Άγκυρας. Τέλος, η κρίση ύπαρξης που παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, σε συνδυασμό με τα κοινά συμφέροντα με τη Ρωσία στον πόλεμο της Συρίας, επιτρέπει στην Άγκυρα να επιλέγει ευκαιριακά συμμάχους, ανάλογα κάθε φορά με το συμφέρον της, όπως η στρατηγική εξισορρόπηση μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Απειλές (Threats)

Η πορεία επαναπροσδιορισμού της Τουρκίας από κοσμικό σε ισλαμικό κράτος, την έχει απομακρύνει σημαντικά από την ένταξή της στην οικογένεια της ΕΕ. Πλέον υπάρχουν πολιτικές τάσεις στην Ευρώπη που επιθυμούν ακόμα και την κατάργηση της τελωνειακής ένωσης που ισχύει από το 1995. Το μερικό εμπάργκο στην πώληση των όπλων και η ακύρωση αμυντικών και εξοπλιστικών συμφωνιών από χώρες της Δύσης, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των εξοπλισμών σε Ελλάδα και Κύπρο, ενδεχομένως μακροπρόθεσμα θα αποτελέσουν εμπόδιο στους στρατηγικούς σχεδιασμούς της Άγκυρας.

Η σύγκρουση με χώρες με τις οποίες η Άγκυρα διατηρούσε καλές σχέσεις στο παρελθόν, όπως το Ισραήλ, πιο πρόσφατα η Γαλλία και οι αραβικές χώρες, αλλά κυρίως οι ΗΠΑ (κυρίως μετά την αγορά των S 400), καθώς και η απώλεια της αξιοπιστίας εξαιτίας των πολιτικών επιλογών την τελευταία δεκαετία, πιθανότατα είναι η μεγαλύτερη απειλή για την αναθεωρητική πορεία της χώρας. Η αναξιοπιστία αυτή φαίνεται στους έντονους προβληματισμούς και επικρίσεις από διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ και η ΕΕ, για την εσωτερική κατάσταση (ανθρώπινα δικαιώματα, φυλακίσεις) της Τουρκίας, αλλά και για την επιθετική στάση της χώρας (επιθέσεις σε Συρία, συμμετοχή σε συγκρούσεις στη Λιβύη και το Ναγκόρνο Καραμπάχ, παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τα παραπάνω δείχνουν ότι η Τουρκία αρνείται να παραμείνει στο ρόλο της περιφερειακής δύναμης που της επιτρέπει η γεωγραφική της θέση και οι παράγοντες ισχύος της, θέτοντας ως στρατηγικό στόχο να αποτελέσει στο μέλλον μια ισλαμική υπερδύναμη με πρωταγωνιστικό ρόλο σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική. Για την επίτευξη αυτού του στόχου έχει κάνει σημαντικά βήματα χρησιμοποιώντας άλλοτε «ήπια ισχύ» (Βαλκάνια και χώρες Αφρικής), άλλοτε «σκληρή ισχύ» (Συρία, Λιβύη) και άλλοτε συνδυασμό - «έξυπνη ισχύ». Ειδικότερα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, επιδεικνύει την τελευταία διετία μια έντονη επιθετικότητα, αγνοώντας το διεθνές δίκαιο και τις έντονες ανησυχίες του περιβάλλοντός της, επιχειρώντας να αναδιαμορφώσει τους κανόνες του «παιχνιδιού».


Ο Χρήστος Δημητρακόπουλος είναι Ταγματάρχης του Ε.Σ με ειδίκευση στις Πληροφορίες

και μεταπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Διεθνών Σχέσεων, Στρατηγικής και Ασφάλειας του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου.