10 Μαΐου: Μνήμη Μιχαλάκη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου

2020-05-09

      Σίγουρα στην αντίληψή των κατοίκων των Αθηνών θα έχουν υποπέσει οδοί με το όνομα «Καραολή και Δημητρίου». Ποιοι ήταν όμως ο Καραολής και ο Δημητρίου;

    Ο Μιχαλάκης Καραολής γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1933, στο Παλαιχώρι. Ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας του Σάββα και της Παναγιώτας Καραολή. Ήταν άριστος μαθητής και πρωταθλητής του στίβου στα 800 μέτρα με τα χρώματα του Α.Π.Ο.Ε.Λ. Κατείχε υψηλό επίπεδο μόρφωσης για τα δεδομένα της εποχής - απόφοιτος της Αγγλικής Σχολής - προσόν το οποίο του εγγυάτο ευοίωνες προοπτικές για την επαγγελματική του σταδιοδρομία στο δημόσιο, όπου εργαζόταν όταν μπήκε στο αντάρτικο.

Συνελήφθει από τους Άγγλους σε ενέδρα και καταδικάσθηκε εις θάνατον στις 28 Οκτωβρίου 1955. Εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, στις δίκες των Αγωνιστών, ήταν ο Ραούφ Ντενκτάς.

     

    Δε θα αναφερθούμε περαιτέρω στη δράση των Αγωνιστών στον αγώνα της ΕΟΚΑ για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αλλά θα δώσουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στα τελευταία λόγια των Αγωνιστών που εκφράστηκαν είτε μέσω των επιστολών είτε δια της απολογίας τους στο δικαστήριο. Από τα λόγια αυτά, μπορεί κάποιος να διακρίνει τον αδαμάντινο χαρακτήρα καθώς και τα Ελληνοχριστιανικά Ιδεώδη των αμούστακων παιδιών.

Πιο κάτω η επιστολή του Μιχ. καραολή προς τον αδελφό του Ανδρέα.

«Κεντρικαί Φυλακαί
Λευκωσίας,
8 Μαΐου 1956

Αγαπητέ μου Ανδρέα,

Χαίρε. Επήρα τα συγκινητικά γράμματά σου της 1ης και 3ης Μαΐου και εχάρηκα πολύ που είδα να μου γράφεις ότι άρχισες να βλέπεις την ζωήν και τον εαυτόν σου από μια άλλη σκοπιά και ότι ανεκάλυψες μίαν γλυκειάν και θεϊκήν δύναμιν να σε τραβά και να σε δένη προς τα θαυμάσια μεγαλεία του θεού και να σε σπρώχνη προς τον δρόμον Του. Είθε ο Πανάγαθος να δώση να μην παρεκκλίνης από τον δρόμον τούτον, ο οποίος, αν και στενός και δύσβατος, είναι εν τούτοις ο μόνος που οδηγεί εις την αιωνίαν μακαριότητα.

Είμαι αγαπητέ μου αδελφέ πολύ στενοχωρημένος που θα σε λυπήσω με τα νέα μου, αλλά αφού ο Θεός μού επεφύλαξε το πικρόν τούτο ποτήριον, «ου μη πίω αυτό»; Γενηθήτω το θέλημα του Παντοδύναμου. Το Εκτελεστικόν Συμβούλιον απεφάσισεν ότι θα εκτελεσθώ. Με πληροφόρησε ψες ο κ. Irons διά την απόφασιν αυτήν του Εκτελεστικού Συμβουλίου και η απόφασις αυτή επηρεάζει και τον Δημητρίου, είναι δε πολύ βραχεία η διορία που μας άφησε. Εάν δε ο Παντοκράτωρ Κύριος δεν ματαιώσει τα σχέδιά τους, τότε την ερχόμενην Πέμπτην την αυγήν θα ανέλθωμεν εις το φονικόν ικρίωμα διά να υποστούμεν το μαρτύριον που από τόσους μήνες δολίως εμελέτησαν άνδρες άδικοι και πονηρότατοι παρά πάσαν την γην. Ο Θεός όμως «ο ετάζων νεφρούς, και καρδίας» ας αποδώση «εκάστω κατά την καρδίαν αυτού». 

Εν όψει της τροπής αυτής των πραγμάτων εζήτησα να σου επιτραπή να έλθης εις τας φυλάκας να με επισκεφθής και μου το αρνήθησαν. Επίσης αρνήθησαν να επιτρέψουν εις θείους, θείας και πρώτα εξάδελφα να με επισκεφθούν. Εάν θελήση ο Κύριος να εκτελεσθώ και δεν μου επιτρέψουν να σε ιδώ και να σ' αποχειρετήσω και σένα και τους άλλους στενούς συγγενείς, αυτό θα είναι η συμπλήρωσις της μεγάλης αδικίας που κάμνουν σε μένα και στην οικογένειά μου η οποία θα τους είναι εις αιωνίαν καταφρόνησιν, αιώνιον αίσχος και αιώνιον στίγμα εις την ούτω καλούμενην δικαιοσύνην των. 

Σήμερα το πρωί ήλθαν να με επισκεφθούν η μητέρα μου, η Μαρούλα και η Νίκη. Ήταν όλως δι' όλου ανίδεες διά την την απόφασιν αυτήν, αλλά επειδή τα ενταθέντα μέτρα ασφαλείας τούς έφεραν πολλήν πικρίαν άρχισαν να μου φωνάζουν συγκινητικά «να μην φοβούμαι» κ.λ.π. Εγώ δε, νομίσας ότι είχαν προηγουμένως ειδοποιηθή υπό της Αστυνομίας διά την απόφασιν αυτήν (διότι υπεσχέθη προηγουμένως ο κ. Irons να τους ειδοποιήση) όταν ήλθαν κοντά μου τους εμίλησα καθαρά. Δεν περιγράφεται δε η σκηνή της φρίκης, του πόνου, του σπαραγμού και της απογνώσεως που επηκολούθησε. Τα φτωχά και αδύναμα πλάσματα με γοερές κραυγές εθρήνουν και ελυπώντο και καθώς ήσαν άσπρες σαν το πανί και ελιποθυμούσαν κάθε λίγο, μου επαρουσίαζαν ένα σπαραξικάρδιο θέαμα που δεν μπόρεσα να κρατήσω την συγκίνησιν και τα δάκρυά μου. 

Θλίβομαι, αγαπητέ μου αδελφούλη, θλίβομαι αφάνταστα όχι διά τον δικόν μου το χαμό, αλλά διά τον αβάστακτο πόνο που θα φορτώση η εκτέλεσίς μου εις τους ασθενείς και γεροντικούς ώμους των γονέων μου και τους ώμους των αδελφιών και των άλλων μου προσφιλών συγγενών. Θλίβομαι διότι ενώ ήλπιζον να γίνω το στήριγμα και ο προστάτης εις τες αγαπημένες μου αδελφές και να ξεκουράσω μια μέρα τους πολυμόχθους μου προσφιλέστατους γονείς, έρχεται το άδικον χέρι της ούτω καλούμενης δικαιοσύνης να με αποχωρίση από τα πρόσωπα που εστήριξαν σε μένα τόσες ελπίδες, ακριβώς εις στιγμήν κατά την οποίαν θα εκαρποφορούσαν οι ελπίδες των. Θλίβομαι ακόμα, καλέ μου Ανδρέα, διότι οι ευγενείς σου θυσίες για μένα δεν εκαρποφόρησαν, εστερήθησαν δηλάδή της ευκαιρίας να καρποφορήσουν. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους λυπούμαι πράγματι τόσον πολύ, και όχι δια τον εαυτόν μου. Από τον εαυτό μου τι να λυπηθώ; «Ον θεοί φιλούσι νέος αποθνήσκει» έλεγαν οι αρχαίοι. 

Ελπίζω να με καταλαμβάνης και να μη λυπάσαι για μένα αλλά να δίνης θάρρος και παρηγοριά εις τους ολιγόψυχους εκείνους συγγενείς και ειδικά εις την φτωχή μας τη μάνα και τον πατέρα που ο πόνος και ο σπαραγμός ενδέχεται να έχη μεγάλας συνεπείας εις την υγείαν των. Παρηγόρησέ τους χρυσέ μου Ανδρέα, δίνε τους θάρρος και προσπάθησε να τους κάμης να εννοήσουν με ποίον γαλήνιον τρόπον και ποίαν στωικήν ανεκτικότητα αντιμετώπισα ώς τώρα όλα τα κακά και θα τα αντιμετωπίσω και εις το μέλλον. Δεν πρέπει να κλαίουν εκείνοι για μένα κι' εγώ γι' αυτούς. Εάν με νοιώθουν και καταλαμβάνουν την ψυχικήν μου ηρεμίαν τότε θα πρέπει να παύσουν να θρηνούν και να σπαράζουν. Και αν παύσουν, αν κατανικήσουν τον πόνον των και τα δεχθούν όλα με το μέτωπο περήφανα σηκωμένο ψηλά, αυτό θα είναι για μένα μια απέραντος υστάτη ευχαρίστησις. Όσο για σένα, δεν πιστεύω να χρειάζεσαι να σου πω τα ίδια πράγματα ούτε και να σου συστήσω να προσέχης και να αυτοσυγκρατήσαι (ξέρεις μόνος σου ότι ευρίσκεσαι σε στρατόπεδο) και δεν θέλω άλλα κακά να βρουν κανένα από σας.

Και τώρα χρυσέ μου αδελφέ, δεν έχω παρά να σε σφίξω στην «νοερή μου αγκαλιά» για να σου δώσω τα γλυκά φιλιά του αποχαιρετισμού τα οποία μου αποστερεί η άκαρδος χειρ της εξουσίας και να σου μεταδώσω από μακρυά τους παλμούς της αγάπης, της λατρείας και της ευγνωμοσύνης που η καρδιά μου σου στέλλει μαζί με τας πιο θερμάς ευχάς της διά την καλυτέραν τύχην, την μεγαλυτέραν ευτυχίαν και την πληρεστέραν εκπλήρωσιν και απόλαυσιν κάθε σου πόθου και ιδανικού.

Χαίρε γλυκέ μου Ανδρέα και ο Θεός ας είναι πάντοτε μαζί σου.

Σε φιλώ και πάλι,
Μιχαλάκης»

     Ο Ανδρέας Δημητρίου, γεννήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1934, στον Άγιο Μάμα Λεμεσού. Ήταν μέλος μιας πάμπτωχης πολυμελούς οικογένειας. Γονείς του ήταν ο Δημήτρης και η Ευδοκία Βασιλείου. Φοίτησε για τρία χρόνια στο Νυχτερινό Γυμνάσιο Αμμοχώστου και στη συνέχεια εργάσθηκε σε κατάστημα κυνηγετικών ειδών. Από μικρός αναμείχτηκε στο συνδικαλισμό και διατέλεσε γραμματέας της Συντεχνίας Αχθοφόρων. Συνελήφθη τον Νοέμβριο του 1955 μετά από ένοπλη ανεπιτυχή επίθεση εναντίον ενός Άγγλου, μέλους των μυστικών υπηρεσιών. 

    Στο δικαστήριο, ο Δικαστής Μπέρναρντ Σω, στις 30Ιανουαρίου 1956 διάβαζε την απόφαση: «Ανδρέα Δημητρίου, βρέθηκες ένοχος για δύο αδικήματα που είναι πολύ σοβαρά [...] Η ποινή είναι ότι[...] θα κρεμαστείς από το λαιμό, μέχρι που να πεθάνεις. Και ο Θεός ας φανεί φιλεύσπλαχνος σε σένα». Για να λάβει την ηρωική απολογία του Δημητρίου: «Λυπούμαι που δεν θα δω την Κύπρο μας ελεύθερη. Όμως δεν με φοβίζει ο θάνατος, γιατί η ζωή είναι περιττή μέσα στη σκλαβιά». 

     Σημειώνεται επίσης, πως όταν αργότερα ανακοινώθηκε στον Ανδρέα Δημητρίου η απόρριψη της έφεσής του εκείνος φώναξε: «Ελευθερία ή θάνατος.Ζήτω η Ένωσις»

     Στην τελευταία συνάντησή του μετην οικογένειά του,ο Δημητρίου προσπαθούσε να τους δώσει θάρρος λέγονταςτους: «Να μην λυπάστε, να έχετε θάρρος. Μια φορά θα πεθάνουμε. Εγώ αύριο δε θα υπάρχω».


    Στις 8 Μαΐου 1956, το Εκτελεστικό Συμβούλιο της Κύπρου (τέσσερις Βρετανοί και ένας Τ/Κ), απεφάνθη τελεσιδίκως: «θάνατος δια απαγχονισμού!»

Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 10ης Μαΐου 1956. Οι πρωτομάρτυρες της Αγχόνης αντικρίζουν χαμογελαστοί την αγχόνη και Φτερουγίζουν για τους ουρανούς ψάλλοντας τον Ύμνο προς την Ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού! Το θάρρος, η μεγαλοσύνη, το ήθος, η χριστιανική πίστη και ο ανυπέρβλητος ηρωισμός τους άφησαν άφωνη ολόκληρη την πολιτισμένη ανθρωπότητα.


    Τα άγια σώματα τους τα έθαψαν νύχτα, μυστικά, χωρίς την παρουσία συγγενών και φίλων, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στον περίβολο των Κεντρικών Φυλακών της Λευκωσίας που μετέπειτα ονομάσθηκαν "Φυλακισμένα Μνήματα"

    Οι Έλληνες σε Ελλάδα και Κύπρο παρακολουθούσαν με δέος την πορεία των δύο νέων 23 και 21 ετών προς την αγχόνη. Τις μέρες πριν την εκτέλεσή τους, όλοι συνέπασχαν. Χαρακτηριστικό του αναβρασμού που επικρατούσε στις ψυχές των Ελλήνων ήταν το εξής γεγονός: Μετά την απόρριψη της έφεσης από το «Ανακτοσυμβούλιο», δημοσιευόταν στις 25 Απριλίου στην εφημερίδα Ελευθερία της Κύπρου η είδηση ότι ο Γεώργιος Σόκκος από την Πάφο, ηλικίας 50 ετών, ιδιοκτήτης εστιατορίου, είχε στείλει ένα τηλεγράφημα στον Χάρτιγκ. Το περιεχόμενό του ήταν: «Παρακαλώ την Υμετέραν Εξοχότητα, όπως φεισθή της ζωής του Καραολή. Εάν η απόφασις ν' απαγχονισθή ούτος είναι αμετάκλητος, προσφέρομαι να εκτελεσθώ αντ' αυτού».

    Την προηγούμενη μέρα των εκτελέσεων, όλη η Ελλάδα βγήκε στους δρόμους και τις πλατείες στις πιο ογκώδεις, παλλαϊκές και μαχητικές διαδηλώσεις που γνώρισε ποτέ η χώρα, αξιώνοντας ματαίωση των επικείμενων εκτελέσεων. Στην Αθήνα, χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν διαδηλώνοντας υπέρ του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. και της Ένωσης, κρατώντας πλακάτ που έγραφαν «Όλοι είμεθα Ε.Ο.Κ.Α.», «Κύπρος - Ένωσις». 

    Όταν το ειρηνικό συλλαλητήριο έλαβε τέλος, οι διαδηλωτές αποφάσισαν να κινηθούν προς τη αγγλική πρεσβεία, με την αστυνομία να προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να τους σταματήσει.  Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσουν βίαιες ταραχές. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή και το αποτέλεσμα τραγικό: 4 νεκροί και 164 τραυματίες. 

      Ο Ζήνων Χρυσάνθου από τη Μηλιού της επαρχίας Πάφου μόλις άκουσε από το ραδιόφωνο την είδηση του απαγχονισμού, ένιωσε την οργή να ξεχειλίζει. Χωρίς να ζητήσει οποιανδήποτε εντολή, χωρίς να συνεννοηθεί με κάποιαν ομάδα της ΕΟΚΑ, χωρίς προηγούμενη πολεμική εμπειρία, πήρε το κυνηγετικό του όπλο και βγήκε από το σπίτι του. Κατευθύνθηκε προς το χωριό Γιόλου και ταμπουρώθηκε κοντά στον δρόμο που οδηγούσε στην Πόλη Χρυσοχούς. Περίμενε να διέλθουν στρατιωτικά οχήματα, να τα χτυπήσει. Για να εκδικηθεί τον άδικο χαμό των δύο νέων. Στο μυαλό του ο Καραολής και ο Δημητρίου. Γύρω στις 10 το πρωί, εμφανίστηκαν τρία στρατιωτικά φορτηγά. Σήκωσε το όπλο. Μόνος εναντίον τριών φορτηγών γεμάτων στρατιωτών. Στο μυαλό του ο Καραολής και ο Δημητρίου. Και πυροβόλησε. Δύο στρατιώτες τραυματίστηκαν. Αμέσως, οι άλλοι άρχισαν να τον πυροβολούν. Ο Χρυσάνθου διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο να σκοτωθεί. Στο μυαλό του ο Καραολής και ο Δημητρίου. Έφυγε τρέχοντας και κατάφερε να γλυτώσει. Προστάτες του οι Άγιοι Καραολής και Δημητρίου. 

    Ο Αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α ξεκίνησε με σκοπό την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ένας σκοπός που προδώθηκε και δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, άφησε στο Έθνος τιτάνιες μορφές για φάρους πορείας, φάρους Ελευθερίας.